Νέες Οπτικές

Το ψυχαναλυτικό ζητούμενο μοιάζει στις μέρες μας να κινείται εντός ενός αδιεξόδου. Από τη μια, γίνεται λόγος για τη ΄΄λειτουργικότητα΄΄ ή το ΄΄καλό΄΄ του αναλυόμενου. Από την άλλη, για την ΄΄αλήθεια΄΄, ή την ΄΄επιθυμία΄΄ του. Στην πρώτη περίπτωση υπονοοείται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό μια έννοια αλλαγής ή προσαρμογής σε μία πραγματικότητα, αυτή ενός συμβιβασμού ανάμεσα στο να αγαπάει κανείς και στο να εργάζεται. Στη δεύτερη υπονοείται μια ελαστικότητα μεγαλύτερη ως προς το άφημα στην απόλαυση/ηδονοδύνη [μετάφραση της λακανικής jouissance από τον Δημήτρη Σδρόλια, στο πλαίσιο του διδακτορικού του πονήματος (Σδρόλιας Δημήτρης, Cogito Mortis: Από τον θάνατο του Υποκειμένου στο Υποκείμενο του Θανάτου, Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 2017, σελ. 477)]. Οι σύγχρονες όμως φιλοσοφικές εξελίξεις, θεμελιωμένες στην ιστορική γύρω μας συγκυρία, καθιστούν πλέον σαφές ότι η αγάπη είναι μια τύπου εργασία, και η εργασία μια τύπου αγάπη, που μπορούν να λειτουργήσουν ως Παυσίπονα μόνο στον βαθμό που εδραιώνονται σαν αλήθειες και πραγματικότητες επάνω στην οντολογική αναπηρία του «Πόνου της Εμπειρίας», επιβάλλοντας στο ανθρώπινο ον, πριν την όποια συμβατική εργασία και την όποια συμβατική του αγάπη, ή πριν την όποια ηδονοδύνη του που δεν ικανοποιείται από καμία εκ των δυο αυτών, να εργαστεί επάνω στο να αγαπήσει την Οδύνη του Οντολογικού του Ευνουχισμού, -κάνοντας εργασία του το Πένθος per se της Ύπαρξης-, και Ηδονή τον κοινό Πόνο του Σταυρού της Ύπαρξής ως Συμπόνια για την Πληγή.

Αυτή είναι η μόνη υπόσχεση ανοίγματος στην Αγάπη, που προηγείται σαν προϋπόθεση από το όποιο άνοιγμα στην Εργασία. Ως Οδύνη πριν από Ηδονή.